13 Ιούν 2024 22:36
Γόμφοι
Δημοτική Κοινότητα / Γόμφων

Οι Γόμφοι βρίσκονται σε υψόμετρο 135μ., απέχουν 15 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχουν 818 κατοίκους. Το χωριό έχει πάρει το όνομά του από τον μεγάλης αρχαιολογικής σημασίας χώρο των αρχαίων Γόμφων, ενώ «Ραψίστα» ήτανε η παλιά του ονομασία. Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται στα όρια με το Μουζάκι Καρδίτσας.

Διαθέτει ανεκτίμητη ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά, από τη νεολιθική εποχή με πολλά ευρήματα ως σήμερα. Αποτέλεσε αρχαία πόλη υψηλής στρατηγικής σημασίας που ονομάστηκε Φιλιππούπολη» προς τιμήν του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας. Υπήρξε μήλον της έριδος μεταξύ του Φιλίππου Ε΄ και του Αμυνάδρου βασιλιά των Αθαμανών, ενεργό μέλος της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Αποτέλεσε πέρασμα του Ύπατου Πόλπιου Λίκινου Κράσσου και του Ιουλίου Καίσαρα, στο δρόμο για την αναμέτρησή του με τον Πομπηίο.

Στους πρόποδες του όρους Ίταμος και στα όρια του νομού Τρικάλων και Καρδίτσας υπάρχουν τρείς λόφοι: το Βουλωτό, το Παλαιομονάστηρο Ι και το Παλαιομονάστηρο ΙΙ. Ανάμεσά τους και προς τα νοτιοανατολικά, ως την κοίτη του ποταμού Πάμισου, σχηματίζουν μια κοιλάδα με άνοιγμα περίπου 600μ. Η θέση ονομάζεται σήμερα Επισκοπή. Αυτό το σημείο είχαν επιλέξει οι αρχαίοι Γομφαίοι για να χτίσουν την πόλη τους. Η λέξη «Γόμφος» σήμαινε χονδρό ξυλοκάρφι, αυτό που χρησιμοποιείται για τη συνένωση δύο μεγάλων καδρονιών. Η παρομοίωση της περιοχής με γόμφο ήταν επιτυχής, τόσο γιατί οπτικά έδινε την εικόνα του καρφιού, αλλά και γιατί αποτελούσε το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Η υψηλή στρατηγικής, λοιπόν, σημασίας πόλη έπαιζε το ρόλο του φρουρού και διέκοπτε την πορεία προς την Εστιαιώτιδα (την περιοχή δηλαδή των Τρικάλων της αρχαίας Θεσσαλίας) μέσα από το πέρασμα της Πύλης, ανάμεσα από τα όρη Τζουμέρκα και το όρος Κόζιακα, καθώς και την πορεία προς την Θεσσαλιώτιδα (η αντίστοιχη περιοχή της Καρδίτσας), ανάμεσα από το όρος Φτέρη και τα Άγραφα, μέσα από το Μουζάκι. Γι’ αυτό το λόγο οι κάτοικοι είχαν οχυρώσει την πόλη με διπλά τείχη: ένα εξωτερικό με μεγάλους ογκόλιθους και εσωτερικά ένα με ωμές πλίθινες πλάκες σκεπασμένες με κέραμους. Τμήμα του τείχους φαίνεται στα ανατολικά, ενώ τμήμα της Ακρόπολης έχει βρεθεί στο δάσος του Παλαιομονάστηρου.

Το δάσος παρείχε επιπλέον προστασία από βόρειους ανέμους και έτσι η διαμονή στην πόλη ήταν πιο άνετη. Το κέντρο της βρισκόταν στην περιοχή της Επισκοπής και πλαισιωνόταν από δύο συνοικισμούς, το Παλαιομονάστηρο και τη Λυγαριά. Κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η καλλιέργεια σιτηρών. Πρέπει να άνθιζε όμως και η αμπελοκαλλιέργεια, αφού σύμφωνα με τις επιγραφές που έχουν βρεθεί, πολιούχος της πόλης ήταν ο “Κάρπιος” Διόνυσος. Επίσης λατρευόταν ο Ζεύς ο Παλάμνιος και ο Ζεύς ο Φίλλιπος ο Β’, βασιλιάς της Μακεδονίας που κατέλαβε τη Θεσσαλία, και προς τιμήν του η πόλη μετονομάστηκε προσωρινά σε «Φιλλίπους» ή «Φιλλιπούπολη». Το 208 π.Χ. η πόλη προσχώρησε στην Αιτωλική Συμπολιτεία, γεγονός που μαρτυρά ανολοκλήρωτη επιγραφή στους Δελφούς, μεταξύ των ιερομνημόνων της συμπολιτείας. Το 198 π.Χ. ο Φίλλιπος ο Ε’ κατέλαβε την περιοχή και το 197–196 π.Χ. έπεσε στα χέρια του εχθρού του Ανυμάνδρου, βασιλιά των Αθαμανών.
Σύμφωνα με μαρτυρία του Πλούταρχου, ο βασιλιάς Αμύνανδρος προχώρησε προς τους Γόμφους που τους είχε αδιάκοπα στο μάτι και κυρίευσε την ποθητή αυτή πόλη. Αυτή τη διετία η πόλη έμεινε σε πολιτική αδράνεια και έχασε την επαφή της με τη Συμπολιτεία. Με επανάκτηση της κυριότητας από το Φίλλιπο τον Ε’ το 189 π.Χ., απαλλάχθηκε από τους Αθαμανούς και ως το 185 π.Χ. ήταν μέλος των ελεύθερων θεσσαλικών πόλεων.

Τότε έγινε και μια συμπολιτεία μεταξύ Γόμφων και Θαμίων της Ιθώμης (σημερινό Φανάρι Καρδίτσας) σε θέματα δικαίου και νόμων, πολιτιστικών στοιχείων κλπ. Το 171 π.Χ. διήλθε ο Ύπατος Πόπλιος Λίκινος Κράσσος στην πορεία του να συναντήσει τον Περσέα βασιλιά της Μακεδονίας. Το 48 π.Χ. την πόλη προσέγγισε ο Ιούλιος Καίσαρας κατά την πορεία του για να συναντήσει τον Πομπηίο και τον Σκιπίωνα. Όμως ο στρατηγός Ανδροσθένης ο Γυρτώνιος, ταγός της Θεσσαλίας και υπερασπιστής της πόλης, παρασυρόμενος από τη νίκη του Πομπηίου στο Δυρράχιο, συμμάχησε με αυτόν. Αρνήθηκε λοιπόν την αίτηση του Καίσαρα για φιλοξενία, στηριζόμενος στην προστασία από τα τείχη και στη βοήθεια του Πομπηίου. Όμως η βοήθεια καθυστέρησε να έρθει με αποτέλεσμα η πόλη να κυριευτεί από τον Καίσαρα. Στη μάχη αυτή πέθανε και ο Ανδροσθένης. Τα στρατεύματα λεηλάτησαν με αισχρό τρόπο την πόλη και όπως αναφέρει ο Αππιανός, ήπιαν άφθονο κρασί και μέθυσαν τόσο πολύ, ώστε συμπεριφέρθηκαν εντελώς απρεπώς. Παράλληλα, θεραπεύτηκαν και από μια ασθένεια που βασάνιζε το στράτευμα για πολύ καιρό. Τον 6ο μ.Χ. αιώνα και με εντολή του Ιουστινιανού έγινε επιδιόρθωση των τειχών, ενώ αργότερα ο Ηράκλειος έκανε την πόλη έδρα επισκόπων (ονομασία “Επισκοπή”). Στην περιοχή υπήρχε και ένα παλιό μοναστήρι που έδωσε το όνομά του στην κοινότητα Παλαιομονάστηρου.

Το 1600 η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς με την επανάσταση του Επισκόπου Τρίκκης και Λαρίσης Διονυσίου του Β’ του Φιλοσόφου ή Σκυλοσόφου. Στην περιοχή έχουν βρεθεί από τον αρχαιολόγο κ. Ζιάκα και δύο νεολιθικοί οικισμοί της 6ης χιλιετίας π.Χ., με αξιόλογα ευρήματα, όπως μια ανάγλυφη πλάκα που απεικονίζει τον Ομηρικό Οδυσσέα να καθαρίζει πληγή του από το κυνήγι. Τέλος με την υπουργική απόφαση 1154/4-3-1964 (ΦΕΚ. 91/Β/19.3.1964) η περιοχή κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος.