Αποσπάσματα από την εισήγηση του Βασίλη Πανάγου, στο διεθνές συνέδριο στο Λορέτο της Ιταλίας

Ο Διευθυντής του Γυμνασίου Πύλης, Βασίλης Πανάγος, ήταν από τους βασικούς εισηγητές στο Διεθνές Συνέδριο που διεξήχθη στις 5 Μαρτίου στο Λορέτο της Ιταλίας, με τίτλο «Η οδός των Αγγέλων». Ο κ. Πανάγος έχει ασχοληθεί εδώ και πολλά χρόνια με την τοπική ιστορική έρευνα, και μελέτησε σε βάθος την ιστορία του βυζαντινού ναού της Πόρτας Παναγιάς. Στο συνέδριο ανέπτυξε το θέμα: «Η μονή της Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών, στην είσοδο ενός πανάρχαιου οδικού δικτύου». Για την  εξόχως ενδιαφέρουσα παρουσίαση του, βραβεύτηκε από την Ακαδημία Γραμμάτων, Τεχνών και Επιστημών της Ρώμης “AngelicaCostantiniana”, ως επίτιμος ακαδημαϊκός. Βασικά αποσπάσματα  από την εισήγηση του κ. Πανάγου, παρουσιάζουμε παρακάτω.
«Ο δήμος Πύλης, είναι ένας από τους τέσσερις δήμους του νομού Τρικάλων. Βρίσκεται στο δυτικό μέρος της Θεσσαλίας και συνορεύει με τους νομούς Άρτας και Καρδίτσας.  Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, έχει έκταση 747.007 τ.μ. και πληθυσμό 14.343 κατοίκους. Έδρα του δήμου είναι η ομώνυμη κωμόπολη της Πύλης.
Η γραφική κωμόπολη, βρίσκεται σε απόσταση  18 χιλμ νοτιοδυτικά από την πόλη των Τρικάλων. Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά στην είσοδο του επιβλητικού φαραγγιού, το οποίο σχηματίζεται από τις απόκρημνες βουνοπλαγιές του Κόζιακα και του Ιτάμου. Την κοιλάδα της Πύλης διασχίζει ο Πορταϊκός ποταμός, ο οποίος χωρίζει την ομώνυμη κωμόπολη από τον εγκαταλειμμένο οικισμό Μεγάλη Πόρτα (Πόρτα Παναγιά), ονομαστό για τη βυζαντινή Μονή της Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών.
Ο δήμος Πύλης και η ευρύτερη περιοχή των Τρικάλων, διαθέτουν ένα επιβλητικό σε φυσική ομορφιά τοπίο, όπου κυριαρχεί η πλούσια βλάστηση και τα άφθονα τρεχούμενα νερά. Ο δήμος βρίσκεται ανάμεσα σε αξιοθέατα και ιστορικά μνημεία. Είναι ένας τόπος, με ιστορικό, περιβαλλοντικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον. Υπάρχουν εκκλησίες και μοναστήρια της βυζαντινής και μεταβυζαντινής εποχής, παλιά πέτρινα γεφύρια, ανεξερεύνητοι αρχαιολογικοί χώροι, λιθόστρωτα μονοπάτια, και αρκετά άλλα αξιοθέατα, τα οποία κατατάσσουν τον δήμο Πύλης, σε έναν από τους  σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της χώρας.
Η είσοδος της στενής κοιλάδας στην οποία οφείλει το όνομα της η Πύλη, αποτελούσε το φυσικό πέρασμα που ένωνε οδικά τη Θεσσαλία με την Ήπειρο. Ένα φαράγγι στρατηγικής σημασίας, στο οποίο η παρουσία των ανθρώπων κυριαρχούσε από τα πανάρχαια χρόνια. Το σημαντικό οδικό αυτό πέρασμα, παρέμενε πάντοτε σε χρήση, συνδέοντας την ιστορική περιοχή του δυτικού ελληνικού κόσμου με τον χώρο του Αιγαίου. Η οδός οδηγούσε από την Αμβρακία (σημερινή Άρτα) στη Θεσσαλική πεδιάδα και αντίστροφα, μέσω της Αθαμανίας. Μια ορεινή  περιοχή η οποία  κατοικήθηκε από την εποχή του χαλκού. Η διαδρομή από τη Νικόπολη (Άρτα) κατέληγε στην Λάρισα και καταγράφεται στον αρχαίο χάρτη του οδικού δικτύου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Πευτιγγεριανό Πίνακα). Ο Τίτος Λίβιος χαρακτηρίζει τη  διάβαση της Αθαμανίας  δύσβατη, αλλά την πλέον σύντομη.
Το οδικό αυτό δίκτυο ακολουθούσαν συχνά  οι λεγεώνες των ρωμαίων για να εισβάλουν στη Θεσσαλία. Τη διέλευση αυτή θα διασχίσει  το 48 π.Χ. και ο Ιούλιος Καίσαρας κυνηγώντας τον άσπονδο  εχθρό του Πομπήιο, κατά τον ρωμαϊκό εμφύλιο. Ο Καίσαρας, στην έξοδό του από τα στενά των Μεγάλων Πυλών θα συναντήσει την ισχυρή τότε πόλη των Γόμφων, την οποία και θα καταστρέψει ολοσχερώς. Η διάβαση αυτή, τμήμα της αρχαίας «Αμβρακίας οδού», φαίνεται ότι θα παραμείνει σε χρήση και  κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Η δίοδος των Πυλών θα αναβαθμιστεί τον 13ο αιώνα, όταν ιδρύθηκε το δεσποτάτο της Ηπείρου και στη συνέχεια το κρατίδιο της Θεσσαλίας. Μια χρονική περίοδο που την περιοχή εξουσίαζε η βυζαντινή οικογένεια των Αγγέλων Κομνηνών.
Ήταν ένα κομβικό οδικό δίκτυο επειδή οδηγούσε  κατευθείαν από τη Θεσσαλία στην Άρτα, πρωτεύουσα του δεσποτάτου της Ηπείρου. Η σπουδαιότητα του περάσματος, επιβεβαιώνεται και από τα δύο μοναστήρια που χτίστηκαν στα τέλη του 14ου αιώνα, στις εισόδους της διάβασης. Τη Μονή της Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών (Πόρτα Παναγιά), από την πλευρά της Θεσσαλίας, και τη Μονή της Παναγίας Βελλά «Κόκκινη Εκκλησία», από την πλευρά του Δεσποτάτου της Ηπείρου.
Από το λαμπρό κάποτε μοναστήρι, αφιερωμένο στη  «Ακαταμάχητη Θεοτόκο» των Μεγάλων Πυλών, σώζεται μόνο η εκκλησία που αποτελούσε το καθολικό της. Από αρχαιολογικές πηγές γνωρίζουμε ότι η εκκλησία χτίστηκε πάνω σε προγενέστερους ναούς. Εκεί υπήρχε μια παλαιοχριστιανική βασιλική η οποία καταστράφηκε από άγνωστη αιτία. Η εκκλησία χτίστηκε σε κρηπίδωμα αρχαιότερου ιερού,  αφιερωμένο στην Αθηνά Ιτωνία ή την Εννοδία. Χθόνιες  θεσσαλικές θεότητες, που η λατρεία τους διαδόθηκε σε πολλούς τόπους. Αυτό φανερώνει το δομικό υλικό, που χρησιμοποιήθηκε για τη θεμελίωση και την ανέγερση της βυζαντινής εκκλησίας  και άλλα  υπολείμματα της αρχαίας εποχής που υπάρχουν στον περιβάλλοντα χώρο.
Η Πόρτα Παναγιά υπήρξε ιερός και λατρευτικός τόπος από αρχαιοτάτων χρόνων. Προφανώς, αυτός ήταν ένας σημαντικός λόγος για τον σεβαστοκράτορα Ιωάννη να χτίσει εκεί το βυζαντινό μοναστήρι και να το ενισχύσει με μεγάλη περιουσία, αναδεικνύοντάς  το στο επιφανέστερο και πλουσιότερο της θεσσαλικής επικράτειας. Εξάλλου, όπως μας πληροφορούν κάποιες ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές, ο εξωνάρθηκας του ναού θεωρείται κτίσμα αρχαιότερο (ίσως του 11ου αιώνα). Αυτό σημαίνει ότι ο Ιωάννης βρήκε στη θέση εκείνη ένα μικρότερο  ναό ή μοναστήρι, το οποίο στη συνέχεια  ενίσχυσε.
Στο μοναστήρι της Πόρτας Παναγιάς,  φαίνεται ότι η  Θεοτόκος είχε κεντρική θέση. Αυτό δηλώνει η προσωνυμία «Ακαταμάχητος» η οποία έχει λόγια προέλευση και δηλώνει την ιδιότητα της Θεοτόκου ως ακατανίκητης και προστάτιδας του στρατού, των ιερών κειμηλίων της μονής και του Θεσσαλικού κρατιδίου. Η μονή των Μεγάλων Πυλών ήταν τόπος προσκυνήματος για τον σεβαστοκράτορα Ιωάννη στους σκληρούς πολέμους που διεξήγαγε εναντίον των εχθρών του. Η «υπέρμαχος στρατηγός» στον Ακάθιστο Ύμνο το 626 μ.Χ., γίνεται το 1283 «Ακαταμάχητος».  Με αυτό τον τρόπο διαιωνίζεται η ιστορική συνέχεια  για τον βυζαντινό  χριστιανικό κόσμο.
Η βαρύνουσα θέση που κατείχε η Θεοτόκος στο μοναστήρι αυτό,  επιβεβαιώνεται και από αρκετά άλλα στοιχεία, όπως:  οι ψηφιδωτές εικόνες του Χριστού και τις Παναγίας που κοσμούν το μαρμάρινο τέμπλο που χρονολογούνται περίπου το 1285. Αυτές βρίσκονται  σε αντίστροφη θέση σχετικά με την ορθόδοξη παράδοση, για να τονιστεί προφανώς η υπέρτατη λατρεία στο πρόσωπο της Παναγίας, στην οποία αφιερώθηκε ο ναός.
Αντίστροφα γραμμένη, κατά περίεργο τρόπο, είναι και η  εντοιχισμένη κτητορική επιγραφή στην οποία αναφέρεται η ανέγερση του ναού στην Πάναγνο  Θεοτόκο, ως έργο ιερό.
Νοτιοδυτικά του κυρίως ναού, βρίσκεται το αρκοσόλιο του κτήτορα. Η εξαίρετη κτητορική τοιχογραφία, παριστάνει έναν  Άγγελο, που προφανώς είναι ο προστάτης του σεβαστοκράτορα Ιωάννη,  να τον οδηγεί προς τη Θεοτόκο. Πρόκειται για τοιχογραφία με ιστορική αξία, γιατί διασώζεται μια προσωπογραφία της επιφανούς οικογένειας των Αγγέλλων Κομνηνών, οι οποίοι εξουσίασαν την Ήπειρο και τη Θεσσαλία για περισσότερο από έναν αιώνα.
Ο σεβαστοκράτορας Ιωάννης, όπως φανερώνει ο βίος και τα έργα του, ήταν άτομο θεοσεβούμενο με  ιδιαίτερη προσήλωση και ευλάβεια στο πρόσωπο της Θεοτόκου. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την απόφαση του να αποτραβηχτεί από τα εγκόσμια, και να ζήσει ως μοναχός στο μοναστήρι, τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το 1289 ο Ιωάννης πεθαίνει και ενταφιάζεται  στο καθολικό της μονής.
Γιατί ο ισχυρός κυβερνήτης επέλεξε το συγκεκριμένο μοναστήρι, ως τελευταία του κατοικία; Ίσως επειδή, επί των ημερών του, ήταν  η «Μεγίστη» μονή του ανεξάρτητου θεσσαλικού μορφώματος, η οποία ανεγέρθηκε με δική του επιστασία και δαπάνη. Εξάλλου,  τον 14ο αιώνα εκδόθηκε υπέρ της μονής αυτοκρατορικό χρυσόβουλο και άλλα χειρόγραφα από σημαντικές αρχές, που διαφωτίζουν τον πλούτο και την ευημερία που αυτή γνώρισε, καθώς και την παρακμή της «ένεκα των χαλεπών καιρών». Αξίζει να γίνει αναφορά  και στη μνημόνευση του αρχαιότερου απολεσθέντος χρυσόβουλου, που εκδόθηκε μεταξύ των ετών 1283-1288, από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο. Η μονή διαλύθηκε λίγα χρόνια πριν το 1393 και αργότερα έγινε μετόχι της γειτονικής μονής Δουσίκου. Ένα εξίσου σπουδαίο μοναστήρι  που μνημονεύεται ήδη από τον 14ο αιώνα και ανακαινίστηκε εκ βάθρων μεταξύ των ετών 1527-1535, από τον καταγόμενο από την Μεγάλη Πόρτα (Πύλη) μητροπολίτη Λάρισας Βησσαρίωνα Β΄, μετέπειτα άγιο της εκκλησίας μας.
Τα όσα προαναφέρθηκαν αποτελούν στοιχεία τα οποία ενισχύουν την αξιόλογη έρευνα  του κ. Κουδούνα,  για τη μεταφορά των κειμηλίων της Αγίας Οικίας του Λορέτου και τον  ρόλο της οικογένειας των Αγγέλων Κομνηνών.  Η Μονή της Θεοτόκου της Πόρτας Παναγιάς, πάνω στην οδική αρτηρία που οδηγούσε δια μέσω της μονής Βελλάς (κόκκινη εκκλησία) κατευθείαν στην Άρτα, πρωτεύουσα τότε του δεσποτάτου της Ηπείρου, δεν θα μπορούσε να μην έχει κυρίαρχο ρόλο στα γεγονότα εκείνης της εποχής.
Στο εσωτερικό του ναού, υπήρχε πλούσια διακόσμηση η οποία  καταστράφηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Οι λιγοστές τοιχογραφίες που σώζονται, μαρτυρούν το λαμπρό παρελθόν που αυτή γνώρισε. Αξίζει να αναφερθούμε σε μερικές, όπως είναι η τοιχογραφία στον τρούλο του εξωνάρθηκα που  παριστάνει τον Παντοκράτορα και κάτω από αυτόν την Θεοτόκο να προσεύχεται στο μέσον αγγελικών ταγμάτων. Στις εικονογραφίες κάτω από τον τρούλο κυριαρχεί η παράσταση με τους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ. Από τις αρχαιότερες και ωραιότερες εικονογραφίες είναι η σύναξη των Αγγέλων στον κυρίως ναό. Ο σπουδαίος καθηγητής αρχαιολογίας Αναστάσιος Ορλάνδος, το 1935, έγραψε ότι  η απεικόνιση τόσων Αγγέλων στον ναό δεν είναι χωρίς σημασία, αντίθετα, είναι οι φερόμενοι προστάτες των δεσποτών της Ηπείρου και Θεσσαλίας.
Η πληθωρική παρουσία Αγγέλων, σηματοδοτεί ένα τόπο που για περισσότερο από έναν αιώνα κυριαρχούσε  η βυζαντινή οικογένεια των Αγγέλων Κομνηνών. Η αρχαία οδός της Αμβρακίας έγινε στους βυζαντινούς χρόνους ο «δρόμος των Αγγέλων». Ένας δρόμος με ιστορικό και πολιτιστικό περιεχόμενο και αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής μας ιστορίας».